Η σημασία της πρότασης της πραγματικής δημοκρατίας

Καταρχήν να τονίσουμε πως η αποδοχή του εκπροσώπου του κατοχικού συνονθυλεύματος και η συνεύρεση του στο τραπέζι των συνομιλιών αποτελεί πράξη αναγνώρισης ενός εκλογικού σώματος και συνταγματικού υποκειμένου που αναδεικνύει τον εκπρόσωπο του. Αυτό το συνταγματικό υποκείμενο αποτελείται από ένα λαό που είναι οι “τουρκοκύπριοι” , οι έποικοι και ο κατοχικός στρατός.

Οι συνομιλίες επίσης δεν διεξάγονται ανάμεσα στην κυπριακή δημοκρατία και την τουρκόφωνη μειονότητα, αλλά ανάμεσα στην “ελληνοκυπριακή κοινότητα” και στο κατοχικό μόρφωμα.

Στο τραπέζι των συνομιλιών η κυπριακή δημοκρατία είναι απούσα.

Τούτο σημαίνει πως η “ελληνοκυπριακή κοινότητα” ολιγώρησε κατά της κυπριακής δημοκρατίας αφενός και αφετέρου αποδέχθηκε το κατοχικό μόρφωμα ως συνταγματικό υποκείμενο και αυτόνομο εκλογικό σώμα που επέχει θέση κράτους.

Η αναβάθμιση αυτή του κατοχικού μορφώματος επισφραγίστηκε συνάμα από άλλες υποχωρήσεις και παραχωρήσεις που έλαβαν χώρα πίσω πέρα από το πεδίο των συνομιλιών , όπως με το διπλό δημοψήφισμα του 2004 και την συμμετοχή των εποίκων , με την άρση της εμπολέμου καταστάσεως και το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, γεγονός που υποβαθμίζει την κατοχή σε επουσιώδες συμβάν που δεν εμποδίζει τους εναγκαλισμούς κατακτητών και κατακτημένων.

Με βάση όλα αυτά που περιελίσσουν σε ένα άξονα, την πορεία των διαπραγματεύσεων με την πορεία της εμπράγματης διευθέτησης , οι κατακτητές συμπεριφέρονται ως να έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό στόχο της εισβολής και μάλιστα αισθάνονται πολιτικά ισχυρότεροι της “ελληνοκυπριακής κοινότητος” διότι την έχουν στριμώξει στον μονόδρομο της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας και της έχουν στερήσει κάθε δυνατότητα κατάθεσης μιας άλλης πρότασης.

Η βεβαιότητα αυτή εκδηλώνεται ως έπαρση στις συνομιλίες και εμμονή σε θέσεις που γνωρίζουν οι κατακτητές ότι ενοχλούν (για την ώρα) την άλλη πλευρά , όπως για την παραμονή των εποίκων , τις εγγυήσεις , το περιουσιακό κλπ.

Γιατί εμφανίζονται οι κατακτητές με αυτή της “αδιαλλαξία”;

Πρώτο για να τονίσουν προς κάθε κατεύθυνση πως αποτελούν κρατική υπόσταση και δεύτερο για να καθορίσουν με σαφήνεια τον στόχο της συνομοσπονδίας, δηλαδή του συνεταιρισμού μεταξύ δύο νέων κρατών και εννοούν πως απέναντι τους δεν έχουν την κυπριακή δημοκρατία αλλά ένα νέο κρατικό μόρφωμα των “ελληνοκυπρίων”.

Αν πετύχουν να δρομολογήσουν τις συνομιλίες προς την συνομοσπονδία δεν έχουν να χάσουν τίποτα. Αν αποτύχουν, πάλι δεν έχουν να χάσουν τίποτα, διότι θα μεθοδεύσουν τις εξελίξεις προς την διεθνή εμπράγματη αναγνώριση του κατοχικού μορφώματος που θα ακολουθήσει το πάγωμα του κυπριακού από τα Ηνωμένα Έθνη.

Η κατάσταση αυτή, ένα τρόπο έχει να ανατραπεί και να αποφευχθεί το πάγωμα του προβλήματος που θα δρομολογήσει δραματικές εξελίξεις.

Να κατατεθεί ως νέα πρόταση, η πρόταση της πραγματικής δημοκρατίας, από νέες πολιτικές δυνάμεις που θα ανατρέψουν το ενδοτικό κατεστημένο και θα δημιουργήσουν νέα απρόβλεπτα δεδομένα στη γραμμή της συγκρουσιακής υπεράσπισης της κυπριακής δημοκρατίας.

Με την κατάθεση της πρότασης της πραγματικής δημοκρατίας ανοίγουμε μια νέα προοπτική που ξεκινά με την απο-αναγνώριση του κατοχικού μορφώματος και την παράλληλη αποδόμηση του ενδοτικού κατεστημένου.

Πάνω σε αυτή την προοπτική έχουμε να πούμε πολλά αν τελικά αποφασίσουν οι πατριωτικές δυνάμεις να ενωθούν σε ένα μέτωπο υπεράσπισης της κυπριακής δημοκρατίας και της πραγματικής δημοκρατίας.

Αν όμως υπερισχίσουν δήθεν εθνικιστικές κατευθύνσεις πάνω στη διχοτομική γραμμή “εμείς από εδώ και αυτοί από εκεί”, τότε όλα θα χαθούν.

Θεωρώ εξίσου επικίνδυνες και αντεθνικές πολιτικές τόσο την πολιτική της Δ.Δ.Ο όσο και την πολιτική της διχοτόμησης, που διανθίζεται βέβαια με κούφια συνθήματα περί απελευθέρωσης.

Διότι ο ένοπλος αγώνας θα προκύψει ως αναγκαία επιλογή, ως κατάληξη θα έλεγα της πρότασης της πραγματικής δημοκρατίας και του δικαιώματος της κυπριακής δημοκρατίας να επεκταθεί στην κατεχόμενη επικράτεια της.

Εμείς δεν λέμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε με τους “τουρκοκύπριους”, διότι μια τέτοια δήλωση δίνει αυτόματα το δικαίωμα στα Ηνωμένα Έθνη να τους προστατεύσουν σε ένα ασφαλές κρατικό μόρφωμα. Όσοι κάνουν πως δεν το καταλαβαίνουν αυτό και το παίζουν πατριώτες απλά τους λέγω πως παίζουν τέλεια τον ρόλο της πέμπτης φάλαγγας των κατοχικών δυνάμεων. Τέτοιες φωνές τις αναζητά ο κατακτητής για να δικαιολογεί την παρουσία του στην Κύπρο.

Εμείς λέμε ότι μπορούμε να ζήσουμε με τους “τουρκοκύπριους” στα πλαίσια της πραγματικής δημοκρατίας που θα εδράζεται όχι στις κοινότητες που μας επέβαλαν οι άγγλοι κατακτητές αλλά στην αρχή του πολίτη και της ισότητας μεταξύ των πολιτών σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο εκλογικό σώμα και συνταγματικό υποκείμενο.

Αν όμως οι “τουρκοκύπριοι” αρνηθούν την πρόταση της πραγματικής δημοκρατίας και συνταχθούν με την κατοχή αμετάκλητα και ρητά, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Διότι η κυπριακή δημοκρατία θα είναι υποχρεωμένη να τους αποβάλει από πολίτες της και να τους στερήσει κάθε δικαίωμα που προκύπτει από την νομιμότητα της και να τους αντιμετωπίσει πια ως στοιχεία ενσωματωμένα με την κατοχή, καταγγέλλοντας μάλιστα το γεγονός διεθνώς.

Θεωρώ πως η κατάθεση πρότασης πραγματικής δημοκρατίας και υπεράσπισης της κυπριακής δημοκρατίας, ανοίγει το δρόμο στον απελευθερωτικό αγώνα που θα αρχίσει με διεθνή διπλωματικό αγώνα και θα καταλήξει αν χρειαστεί στην ένοπλη σύγκρουση με τους κατακτητές κατόπιν της απαιτούμενης προετοιμασίας.

Κάθε νόμιμος πολίτης της κυπριακής δημοκρατίας που αποδέχεται την υπόσταση της και την δίκαιη ( στα πλαίσια της αυτοθέσμισης) μετάβαση αυτής στην πραγματική δημοκρατία, έχει δικαίωμα και καθήκον να συμμετάσχει στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των τούρκων ειβολέων – εποίκων και των άγγλων που ποδοπατούν τα εδάφη της Κύπρου.

Η υπόθεση της απελευθέρωσης είναι υπόθεση όλων των νομίμων πολιτών της κυπριακής δημοκρατίας.

Λουκάς Σταύρου