Το αντιπολιτικό υπερ-κράτος της κυπριακής δημοκρατίας

Το σύνταγμα της κυπριακής δημοκρατίας θεσμίζει εκ των άνω , δηλαδή από τους ίδιους τους άγγλους κατακτητές με την συναίνεση και συνενοχή της ντόπιας τυραννίας (εκκλησίας) και των εγγητριών δυνάμεων, θεσμίζει εκ των άνω το κράτος και τις κοινότητες που συναποτελούν τον λαό αυτού.

Στη συνέχεια το κράτος ορίζει τον πολίτη και του χορηγεί τα δικαιώματα του.

Χωρίς το κράτος δεν νοείται η ύπαρξη του πολίτη, όπως επίσης δεν νοείται η ύπαρξη πολίτη που να μην ανήκει σε κάποια από τις δύο κοινότητες οι οποίες ορίζονται ως στρατόπεδα συγκεντρώσεως σκλάβων με κοινές πεποιθήσεις.

Στην Κύπρο δεν υπάρχει η αρχή του ελεύθερου πολίτη.

Δεν υπήρξε επίσης και ούτε υπάρχει η διανόηση της αμφισβήτησης αυτού του τερατουργήματος. Όλοι αυτοί που παριστάνουν τους διανοούμενους είναι γλοιώδεις θεράποντες και υπηρέτες της εξουσίας. Μιας εξουσίας που δεν παράγεται από την αρχή του πολίτη που μπορεί να θεσμίζει ο ίδιος τους θεσμούς του και ως εκ τούτου να ασκεί εξουσία πάνω στην ίδια την κοινωνία των πολιτών που εδράζεται στην ελευθερία, δηλαδή να ασκεί το αυτεξούσιον.

Το κράτος στην κυπριακή πολιτική συνείδηση είναι ένας θεσμός που έφθασε από αλλού και πως δεν είναι δυνατό να παραχθεί μέσα από την αρχή ή το δίκαιο της αυτοθέσμισης.

Δια τούτο αυτός ο λαός, ανίκανος να κατανοήσει την εξ υπαρχής τυραννική φύση του κράτους, σκύβει σαν ραγιάς ενώπιον των διαχειριστών του και περιμένει να αλλάξει την μοίρα του διατηρώντας ο ίδιος μια παθητική κατάσταση.

Από την άποψη αυτή η συνείδηση του κύπριου ουδέποτε απελευθερώθηκε. Ο κύπριος παρέμεινε στο βάθος της ύπαρξης του ένας ραγιάς , ένα προσκυνημένο αντικείμενο του κράτους που αυτό τον όρισε ως πολίτη του, όπως ο φεουδάρχης όριζε τους υπηκόους και φορολογούμενους του.

Η δική μου πρόταση έγκειται στο αναποδογύρισμα των πραγμάτων.

Δηλαδή πρέπει πρώτα να ορισθεί ο πολίτης ως ελεύθερη συνείδηση , ως υπόσταση του προσώπου που αυτοπροσδιορίζει την συνειδητή του ζωή και ως κληρονόμος της πατρώας γης πάνω στη οποία δικαιούται να θεσμίσει το κράτος του και τις αρχές των κοινωνικών του σχέσεων.

Τούτο σημαίνει πως το κράτος ως θεσμός δεν νοείται παρά αναδυόμενο από τους πολίτες του, που συναποφασίζουν σε συνθήκες πολιτικής ισότητας των πολιτών να συναποτελέσουν συνταγματικό υποκείμενο και να θεμελιώσουν τις αρχές του συντάγματος τους, ως αρχές σχέσεων δικαίου , ισηγορίας και ισοπολιτείας.

Εκείνος που θα δεχθεί αυτή την αναγκαιότητα ως σύμφυτη της ελευθερίας , την αναγκαιότητα να τεθεί η αρχή του πολίτη , δεν μπορεί να αποδεχθεί την διαδικασία που κατατείνει στην μετεξέλιξη εκείνου του υπερ-κοινωνικού και υπερ-πολιτικού κράτους της Ζυρίχης σε ένα νέο μόρφωμα που κάτω από την σκιά των συρματοπλεγμάτων του θα διαβιούν οι ψευτοπολίτες του.

Στη συνέχεια πρέπει να τονίσω πως εφόσον το κράτος ορίζει τον πολίτη και όχι αντίστροφα, σημαίνει πως ο ψευτοπολίτης που ονομάζεται υπήκοος δεν έχει κανένα δικαίωμα να ορίσει το δίκαιο και να το υπερασπιστεί επαναστατικά .

Πουθενά στο σύνταγμα της Ζυρίχης δεν δίδεται το δικαίωμα στο λαό να καταφεύγει στα όπλα όταν οι θεμελιώδεις αξίες του κράτους του και των κοινωνικών του σχέσεων παραβιάζονται.

Δικαίωμα παρέμβασης έχουν μόνο οι εγγυήτριες δυνάμεις όταν παραβιάζεται το κατακτητικό σύνταγμα αλλά όχι οι πολίτες. Το δίκαιο σε αυτή την κατάσταση είναι υπόθεση των δημοσίων υπαλλήλων του κράτους. Οι μανδαρίνοι έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν και να ορίζουν το δίκαιο ως τέτοιο σε σχέση πάντοτε με το σύνταγμα των τυράννων.

Με λίγα λόγια το κυπριακό κράτος είναι το ψυχρό τέρας που ασκεί εξουσία δεσμοφύλακα πάνω στο λαό με κύριο μέλημα του να μην σηκώσει κανένας κεφάλι, να μην προτάξει κανείς το αίτημα της αρχής του ελεύθερου πολίτη και της αυτοθεσμιζόμενης πολιτικής κοινωνίας.

Ως εκ τούτου η ανάδυση του πολίτη στην τυραννική και βαρβαρική κοινωνία της Κύπρου δεν μπορεί να τεθεί με άλλο τρόπο παρά μέσα από το γκρέμισμα των εξουσιαστικών θεσμών, από το ξεθεμέλιωμα των πάντων, από την ριζική ανατροπή του τυραννικού συστήματος, από την επαναστατική σύγκρουση με κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτικής, πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής, αισθητικής, που παράγεται από το κατακτητικό υπερ-κράτος δια της απουσίας της αρχής του πολίτη.

Λουκάς Σταύρου