Η παρανομία και προδοσία στην διαχείριση του κυπριακού

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, σε συνέχεια των προηγουμένων κυβερνήσεων, συζητά για Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (Δ.Δ.Ο.) δεν προκύπτει από συγκεκριμένη λαϊκή εντολή.

Ουδέποτε κλήθηκε ο λαός να αποφασίσει αν επιθυμεί ΔΔΟ ή κάποια άλλη λύση όπως την λύση της μετάβασης σε πραγματική δημοκρατία ή ενδεχομένως κάποια άλλη μορφή λύσης.

Επίσης ουδέποτε κλήθηκε ο λαός να προσδιορίσει το πλαίσιο εντός του οποίου θα διεξάγεται η συζήτηση.

Ουδέποτε κλήθηκε ο λαός να αποφασίσει αν πρέπει ή οχι να παρακαμφθεί η υπόσταση της κυπριακής δημοκρατίας και να υποστασιοποιηθούν οι κοινότητες.

Ουδέποτε κλήθηκε ο λαός να συμμετάσχει στην διαδικασία της διαμόρφωσης της πρότασης λύσης.

Ο στόχος , το πλαίσιο και η διαδικασία, καθορίστηκαν ερήμην του λαού από την εκτελεστική εξουσία η οποία αυτονομήθηκε πλήρως από την λαϊκή βούληση και προέβη σε συμφωνίες και αλλαγές καταστάσεων που με την σειρά τους επέβαλαν την αυτονόμηση του συστήματος των συνομιλιών υπό την εποπτεία και συμμετοχή των ηνωμένων εθνών, συρρικνώνοντας την κυριαρχία του κράτους.

Αν όμως θέλουμε η νομιμότητά να πηγάζει από τον λαό, τότε όλη αυτή η διαδικασία των συνομιλιών σε όλες τις πτυχές της είναι παράνομη διότι έχει ως πηγή της την αυτονομημένη από τον λαό εκτελεστική εξουσία στα πλαίσια της συνεργασίας της με τους κατακτητές και ξένες δυνάμεις.

Οπότε εκτός του ότι είναι παράνομη η διαδικασία είναι και προδοτική.

Η πρόταση μετάβασης σε πραγματική δημοκρατία ανατρέπει νόμιμα την διαδικασία και το σύστημα των συνομιλιών και επαναφέρει στο προσκήνιο την λαϊκή βούληση που θα καθορίσει τον στόχο , το πλαίσιο , και το υποκείμενο δράσης που είναι ο ίδιος ο λαός και η άμεση συμμετοχή του.

Στο σκεπτικό μου ίσως αντιτείνει κάποιος λέγοντας πως ο λαός αφενός ψηφίζει κυβέρνηση για να χειρίζεται το θέμα και αφετέρου δεν αντιδρά στα γιγνόμενα αλλά τουναντίον τα επικροτεί εμμέσως ξαναφέρνοντας στην εξουσία τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που ευθυγραμμίζονται με το σύστημα της ΔΔΟ.

Η απάντηση μου σε αυτή την αντίρρηση είναι πως ο λαός δεν ψηφίζει εκτελεστική εξουσία αποκλειστικά για το κυπριακό, αλλά μέσα από σωρεία ζητημάτων αποφασίζει ποιος κομματάρχης θα πάρει την εκτελεστική εξουσία, όντας δέσμιος του συστήματος της κομματοκρατίας, της χρηματοδοτούμενης από το κράτος.

Ο λαός είναι εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα που μπορεί και ασκεί κάθε μορφή βίας για να διασφαλίσει την συνέχεια του.

Η άλλη περίπτωση είναι πως ο λαός ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες τυραννίας δεν έδωσε ποτέ’ το δικαίωμα της εν λευκώ διαχείρισης του εθνικού θέματος στην όποια εκτελεστική εξουσία.

Και τούτο αποδεικνύεται από την εποχή που ο Μιχάλης Μούσκος (Μακάριος) ασκούσε απόλυτη εξουσία, ένα μέρος του λαού αντέδρασε ενόπλως στην αυθαιρεσία του.

Η εν λευκώ διαχείριση του εθνικού θέματος δεν συνεπάγεται με την εκλογή εκτελεστικής εξουσίας. Διότι ο λαός δεν εκλέγει τύραννο αλλά εντολοδόχο.

Το πρόβλημα είναι που δεν υπάρχει κανάλι επικοινωνίας μεταξύ εντοδοδότου (λαού) και εντολοδόχου ( προέδρου και κυβέρνησης ) ευθύς μετά τις εκλογές διότι το σύστημα της ψευτοδημοκρατίας αναγορεύει ως υπέρτατη αρχή τον αυταρχισμό που απονεκρώνει την λαϊκή βούληση.

Εδώ τίθεται και το μέγα ζήτημα της καταπάτησης του δικαίου της αυτοθέσμισης και της επιβολής ενεός συντάγματος από τους ίδιους τους άγγλους κατακτητές.

Οπότε για ποια ελευθερία και ποια λαϊκή βούληση συζητούμε;

Το ότι η δημοκρατία τους είναι η δυστυχία μας αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρά μόνο από εκείνους που ωφελούνται από την τυραννία.

Στην πραγματική δημοκρατία η νομιμότητα πηγάζει από τον λαϊκή βούληση και την λαϊκή συμμετοχή.

Μια αρχή που δεν τηρήθηκε από την εποχή που σφυρηλατήθηκε το σύστημα της υποχώρησης επί τη βάση των λεγομένων συμφωνιών κορυφής του 1977.

Το σύστημα της υποχώρησης συσσώρευσε σωρεία μειοδοσιών , προδοσιών και παρανομιών που σε καμία περίπτωση δεν δημιουργούν δίκαιο και ως εκ τούτου ούτε δικαιολογούν την άσκηση βίας από μέρους του κράτους για την επιβολή τους.

Ακόμα και αν ο λαός υποκύψει στο σύστημα της υποχώρησης ούτε και αυτό δημιουργεί δίκαιο. Διότι το δίκαιο παράγεται με την αμεσότητα και την συμμετοχή σε πλαίσιο ελευθερίας.

Οπότε η λαϊκή νομιμότητα μπορεί να εκφραστεί συγκρουσιακά ,αντίθετα στην λαϊκή αποχαύνωση και την κρατική βία.

Η ιστορία διδάσκει πως η λαϊκή νομιμότητα δεν μπορεί να καταλυθεί αλλά κάθε φορά που προσπαθούν να την καταλύσουν, αυτή επιβεβαιώνει την ύπαρξη της και την σημασία της μέσα από την επανάσταση και έτσι επανεκκινεί την ιστορία.

Ως εκφραστής της εθνικιστικής αριστεράς νομίζω πως ο λαός θα πάρει στα χέρια του την διαχείριση του εθνικού θέματος αν την διασυνδέσει με την βούληση ριζικής αλλαγής του συστήματος που θα γκρεμίσει τα κάστρα της παρασιτικής και προδοτικής ολιγαρχίας των ιδιωτών και της εκκλησίας που για αιώνες συνεργάζονται με τους κάθε λογής κατακτητές και μας καταδικάζουν στην υποτέλεια , την εξαθλίωση και την δυστυχία.

Απελευθέρωση της πατρίδος από τους τούρκους κατακτητές και τους ντόπιους ολιγάρχες.

Λουκάς Σταύρου