Η διαφθορά και ο διπολικός εξουσιασμός

Όταν αναφερόμαστε στην διαφθορά δεν εννοούμε τις ηθικές παρεκκλήσεις των ατόμων που και αυτές εκκολάπτονται και πολλαπλασιάζονται σε ένα σύστημα διαφθοράς ή σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον με χαμηλές αξίες.

Βέβαια στην χριστιανική αντίληψη , το περιβάλλον δεν ασκεί καμία επίδραση στα άτομα καθότι αυτά επλάσθησαν τέλεια καθ, εικόνα και ομοίωση θεού και ως εκ τούτου η ηθικές παρεκτροπές τους οφείλονται στην ελεύθερη βούληση τους και σε μια μεταφυσική αιτία που είναι τελείως έξω από τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα και ονομάζεται διάβολος.

Κάποιοι άλλοι όπως ο Ρουσσώ για παράδειγμα θεωρούν ότι ο άνθρωπος πλάστηκε τέλειος αλλά τον διέφθειρε η κοινωνία και έτσι θέτουν το πρόβλημα της αλλαγής στο κοινωνικό-πολτικό πεδίο ώστε να επαναφέρει τον άνθρωπο στην φυσική του κατάσταση.

Νομίζω όμως πως και αυτή η ιδέα είναι εσφαλμένη διότι αναφέρεται σε ένα αφηρημένο , απολαισιωμένο άνθρωπο που υπάρχει μόνο στην φαντασία των θεωρητικών και των θεολόγων.

Ο άνθρωπος τίθεται μέσα σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον και εξελίσσεται μέσα σε αυτό εξελίσσοντας και το πολιτισμικό του περιβάλλον , αναθεσμίζοντας την κοινωνία του , αλλάζοντας το αξιακό του σύστημα και τον τρόπο που σκέφτεται και πράττει. Ο άνθρωπος γεννιέται ατελής ως άτομο για να τελειοποιηθεί ή να εξαχρειωθεί πλήρως μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον που περιλαμβάνει τους θεσμούς , το κράτος , την θρησκεία , το κοινωνικό φαντασιακό κάθε εποχής κλπ.

Απορρίπτω με λίγα λόγια την ιδέα της μη επίδρασης του περιβάλλοντος πάνω στην ηθική εξέλιξη του ατόμου όπως και της αρνητικής επίδρασης πάνω σε ένα εκ των προτέρων τέλειο ον και αποδέχομαι την πραγματολογική θεώρηση του ατελούς ανθρώπου που εξελίσσεται είτε θετικά είτε αρνητικά μέσα στο περιέχον αυτού ως δρών υποκείμενο και κατά συνέπεια ως πολιτικό υποκείμενο.

Με αυτή την θεώρηση αν σε μια κοινωνία υπάρχει διαφθορά τότε το πρόβλημα είναι πολιτικό και θεραπεύεται μόνο με πολιτικούς όρους.

Η ηθική εξαθλίωση μιας κοινωνίας δεν θεραπεύεται με ηθικολογικές εκπαιδεύσεις διότι σε τελική ανάλυση αυτές οι θεολογικο-ηθικές ερμηνείες παραμορφώνουν τα πράγματα και αποτελούν αιτία διαφθοράς.

Διότι όταν σε μια κοινωνία διαφθοράς παρουσιαστεί ο θεολόγος και ο εξομολόγος ως θεράπων του προβλήματος σημαίνει πως δεν θα μπορέσει αυτή η κοινωνία να αναγνωρίσει τα πραγματικά δηλαδή τα θεσμικά και πολιτικά αίτια της διαφθοράς αλλά θα αποπροσανατολίσει προς κάτι εκτός και απολύτως ανύπαρκτο όπως ο κατά φαντασίαν διάβολος που υποσκάπτει δήθεν την ελεύθερη βούληση και άλλα τέτοια νεφελολογήματα.

Ας έρθουμε τώρα στην παροντική μας κατάσταση όπου είναι η χριστιανοδημοκρατική πολιτεία στην οποία ζούμε.

Σε αυτή την κοινωνία το πραγματικό ορίζεται από κάποιους ειδικούς που ντύνονται διαφορετικά από τους άλλους ανθρώπους για να ξεχωρίζουν , φορούν ράσα και μαύρα ημίψηλα καπέλα. Αυτούς τους ειδικούς τους πληρώνει το κράτος να σφηνώνουν τα νομιζόμενα τους στη συνείδηση των πολιτών-υπηκόων του από βρεφικής ηλικίας.

Από αυτό το σημείο ξεκινά η διαφθορά της συνείδησης , όπου δέχεται ένα αξιακό σύστημα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα αλλά με την θρησκευτική αφήγηση.

Στη συνέχεια το κράτος παρέχει πλήρη ελευθερία αφορολόγητου πλουτισμού στην οργάνωση αυτών των παραμυθολόγων δημιουργόντας στην πραγματικότητα μια παράλληλη εξουσία μέσα στην πολιτική κοινωνία , μια εξουσία που διαχειρίζεται αμύθητη περιουσία και πλούτο καθώς και μέσα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.

Αυτή είναι μια δεύτερη θεμελιώδης διεφθαρμένη σχέση ανάμεσα στο κράτος και την χριστιανική εκκλησία.

Η εκκλησία με την σειρά της δεν παύει να ξοδεύει χρήματα ώστε να ανέρχονται στην πολιτική εξουσία και στην διοίκηση του κράτους και των υπηρεσιών του δικοί της άνθρωποι.

Έτσι μέσα από αυτή την εξουσιαστική διπολικότητα καταργείται η πολιτική βούληση της κοινωνίας και ενθρονίζεται μια ολιγαρχία διαπλεκόμενη που συσσωρεύει πλούτο και ισχύ.

Αυτή η συσσώρευση πλούτου και ισχύος δημιουργεί αφεαυτής νικητές και ηττημένους , άξιους και ανάξιους , πλούσιους και φτωχούς , ευνοούμενους και περιφρονημένους , άρχοντες και είλωτες.

Πάνω σε αυτή την εξουσιαστική διπολικότητα κράτους και εκκλησίας εδράζεται το ταξικό κράτος που σε συνδυασμό με την κομματοκρατία και τις πελατειακές σχέσεις που καλλιεργεί και συντηρεί εκβλαστά η αναξιοκρατία , ο ημετερισμός , ο συμμοριτισμός , η διαπλοκή πάσης φύσεως και αποκλίσεως , η ευνοιοκρατία προς διάφορες ομάδες που στηρίζουν το σύστημα του διπολικού εξουσιασμού.

Έτσι η οικονομία παραδίδεται σε τραπεζίτες που είναι η εκκλησία και οι δορυφόροι της τα γραβατοφόρα παράσιτα της ολιγαρχίας και αυτή η ευνοιοκρατία επεκτείνεται σε συνδικάτα δημοσίων υπαλλήλων , σε ομάδες πλουτοκρατίας, σε ομίλους συμφερόντων που κατέχουν τα μέσα μαζικής εξαπάτησης και παραπληροφόρησης , σε κομματικούς μηχανισμούς και εταιρίες που βλαστούν μέσα από την κοπριά του διπολικού εξουσιασμού.

Σε αυτό το χριστιανικο-δημοκρατικό πολίτευμα η διαφθορά είναι εγγενής και αδιαχώριστη από το ίδιο το πολίτευμα.

Ο μόνος τρόπος να θεραπευθεί αυτή η δησώδης κατάσταση είναι να κοπεί από την ρίζα της να καταστραφεί ο διπολικός εξουσιασμός και επί των ερειπίων του να ορθωθεί μια δίκαιη πολιτεία που δεν θα δημιουργεί, δια των θεσμών και των νόμων της , ταξικές ανισότητες , ευνοούμενους και περιφρονημένους.

Η διαφθορά είναι εγγενές φαινόμενο της χριστιανοδημοκρατίας η οποία αποτελεί συνέχεια του χριστιανοτιμαριωτισμού και της ελέω θεού βασιλείας που ήσαν εξίσου πολιτεύματα διαφθοράς.

Τα αίτια αυτής της διαφθοράς είναι τόσο ιδεολογικά όσο και θεσμικά και καταπολεμούνται στο πεδίο της συνείδησης και της πολιτικής κοινωνίας.

Λουκάς Σταύρου