Ο κόσμος ως μορφή του θεού

Ο κόσμος ως μορφή του θεού (Από τις σημειώσεις μου στο κατα Ιωάννην ευαγγέλιο)

Κατα Ιωάννην 1,5. και το φως εν τη σκοτία φαίνει και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν.

Ο κόσμος ως δημιουργία και δημιούργημα αποτελεί φανέρωση ( φαίνει) της ζωής και του πνευματικού φωτός που ενυπάρχουν στο λόγο.

Αλλά το φως φανερώνεται στην σκοτία , φαίνει εν τη σκοτία. Συνεπώς η σκοτία προ-τίθεται του φωτός αλλά όχι ως δημιούργημα του λόγου.

Η σκοτία εδώ έχει κοσμολογική σημασία και μάλιστα θεωρείται ως κατάσταση ενεργός που όμως δεν δύναται να επισκιάσει και καταβάλει τον λόγο.

Τούτη η ρήση αντιφάσκει προς το απόλυτο μηδέν και την ανυπαρξία κόσμου ή κάποιας καταστάσεως προ της δημιουργιας.

Εδώ ο Ιωαννης μυθολογεί στην προσπάθεια του να τονίσει την ισχύ του λόγου. Αυτό είναι και το νέο στοιχείο που εισάγει δηλαδή την δυαδικότητα , τον δυϊσμό ανάμεσα στο λόγο και την σκοτία ή στην ενεργό μορφή του μη όντος που επικρατεί πριν την δημιουργία του κόσμου.

Η ρήση αυτή περί της σκοτίας και της ενεργού μορφής της στην οποία ανθίσταται ο λόγος θεός περνά το στοιχείο της προκοσμικής πάλης ανάμεσα στις δύο δυνάμεις της σκοτίας και του φωτός λόγου και ανειρεί ταυτόχρονα την αυτοτέλεια του λόγου θεού.

Ο Ιωάννης εισάγει μια διαλεκτική σαν αυτή που κατέγραψε αργότερα ο Έγελος , με τον τύπο της θέσης - άρνησης - σύνθεσης . Η φανέρωση του φωτός συμβαίνει εν τη σκοτία και το συμβαίνον είναι η σύνθεση του κόσμου εκ της άρνησης και θέσης της σκοτίας και του φωτός.

Ο λόγος ως φαίνον εν τη σκοτία είναι η αρχή της μορφής δια του φωτός. Συνάγεται εξ αυτού οτι ο κόσμος είναι η μορφοποίηση του λόγου υιού ο οποίος εκφραζει τον πατέρα και αποκαλύπτει τον πατέρα ως μετάβαση από το προ-κοσμικό στο κοσμικό και την φανέρωση εν τη σκοτία. Ο κόσμος είναι μορφή του θεού και όχι κτίσμα , είναι ο ίδιος ο λόγος του θεού , ως υιού που σε αντιδιαστολή με την σκοτία , περί της οποίας δεν δίνει περαιτέρω εξήγηση ο ευαγγελιστής , εκπτύσσεται σε μορφή κοσμική.

Τούτο σημαίνει πως ο κόσμος τίθεται ως μορφή του θεού και οτι εντός αυτού υπάρχει η ιερότητα του.

Ο άνθρωπος γνωρίζει τον θεό γνωρίζοντας τον κόσμο ως μορφή του λόγου του θεού.

Έτσι κατανοούμε τον λόγο ως βούληση μορφοπλαστική σε αντιπαράθεση και σχέση με την σκοτία που δηλώνει την απουσία μορφής .

Στη ρήση αυτή ο Ιωάννης μάλλον έχει κατά νουν τον Τίμαιο του Πλάτωνος αλλά στη θέση της χαοτικής και άμορφης ύλης βαζει την σκοτία και στη θεση της μορφοπλαστικής κοσμογονικής βούλησης τον λόγο. Όμως τον Ιωάννη δεν τον ενδιαφέρει να εξηγήσει τον κόσμο αλλά να θεολογήσει.

Η αναφορά στην σκοτία συνιστά ουσιώδη αντίφαση με την απόλυτη ύπαρξη του προ-κοσμικού θεού. Μια αντίφαση που καθιστά την αφήγηση του Ιωάννη μυθολογική απευθυνόμενη μάλλον σε αδαείς παρά σε φιλοσόφους και επαίοντες των κοσμολογικών ζητημάτων.

Σημασία έχει να καταλάβουμε πως η αφήγηση του Ιωάννη είναι μυθολογική ή έστω φιλοσοφούσα και κατα συνέπεια μπορεί να τεθεί στην κριτική του φιλοσοφικού λόγου.

Λουκάς Σταύρου