Λουκάς Σταύρου
Ζωγράφος, ποιητής, συγγραφέας, ενεργός πολίτης.

Στα ίχνη του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ποιητική συνοδοιπορία με την Μακεδονική φάλαγγα

Για εισφορές μέσω PayPal: https://paypal.me/lukestavrou.

Περιεχόμενα

  1. Στην εκστρατεία κι εγώ θα πάω
  2. Ποίημα στο Λάγγαρο
  3. Πέρα από τον Ίστρο ποταμό
  4. Η άλωση της Θήβας
  5. Προς Θηβαίους
  6. Ήρθε ο καιρός
  7. Στον ήρωα Διομήδη
  8. Η μάχη του Γρανικού
  9. Παρέλαση στην Έφεσο
  10. Γόρδιος δεσμός
  11. Η προδοσία του Αλέξανδρου Αερόπου
  12. Νοσταλγία της πατρίδος
  13. Νινευή
  14. Η μάχη της Ισσού
  15. Για την αρχή της Ασίας
  16. Νυκτερινή φρουρά
  17. Τα καράβια των Κυπρίων
  18. Τιμή στους πεσόντες
  19. Μνήμη των Κυπρίων ηρώων
  20. Η άλωση της Τύρου
  21. Πρόταση ειρήνης
  22. Ύμνος στον Απόλλωνα
  23. Λόγος πριν από τη μάχη
  24. Η εκδίκηση μας
  25. Ηχείστε τύμπανα
  26. Στην Ελληνίδα μάνα
  27. Στον ναό του Άμμωνα Δία
  28. Ελλάς αιωνία πατρίδα
  29. Μη σκεφτείτε το θάνατο
  30. Η ζωή πέρα απ’ το θάνατο
  31. Ύμνος σε μια ωραία εταίρα
  32. Δώστε ω θεοί
  33. Χαίρε πανσέληνος
  34. Για τη μάχη των Γαυγαμήλων
  35. Είχες τα πάντα δύστυχε Δαρείε
  36. Αν κατανοήσεις
  37. Η πίστη στη σημαία
  38. Θάνατος Φιλώτα και Παρμενίωνα
  39. Επίκληση στον ήλιο
  40. Ο θάνατος του Κλείτου
  41. Eπίτιμος δημότης των Μεγάρων
  42. Αλέξανδρος και Απελλής
  43. Στο Βουκεφάλα
  44. Ύμνος στη φάλαγγα
  45. Ποτέ δεν προσκυνήσαμε
  46. Το σταμάτημα της εκστρατείας
  47. Στον Ηφαιστίωνα
  48. Θα επιστρέψει το πνεύμα σου
  49. Ο θάνατος του Αλέξανδρου
  50. Tο τέλος του δρόμου

Στην εκστρατεία κι εγώ θα πάω

Στην εκστρατεία κι εγώ θα πάω
τι ποιητής και τι Έλλην θα ονομάζομαι
τόσον εμίσησα τα έθη
και την κατάπτωσην αυτή
των τοπαρχών και των κρατούντων
που οδήγησαν στην βδελυρά
και ατιμωτική για τη πατρίδα
Ανταλκίδειον ειρήνη.
Πάτησαν πόδι οι Πέρσες στην Ελλάδα.
Μικρόψυχοι, ουτιδανοί
πολιτικοί αργυρώνητοι.
Για αυτό λοιπόν να ζούμε
να χορταίνουμε
καθάπερ κτήνεα;
Και αυτό που όρισε στο γένος μας
ο μέγας ουρανός;
Στα ήθη τα βαρβαρικά αν αφεθούμε
η φλόγα η τιτάνια θα σβηστεί
και ο λόγος πια, δεν θάβρει
σώματα να καρπίσει.
Στην εκστρατεία το αποφάσισα
με όλη μου τη καρδιά θα πάω
και ο θάνατος ας με βρει εκεί
στα βάθη της Ασίας
παρά να ζω ανάμεσα
σε άθλιον όχλο, ρυπαρό
σκυφτό, προσκυνημένο
και αν ακουστούν οι στίχοι μου
ανάμεσα στις φάλαγγες
τι δόξα, τι τιμή!
Μα και αν άγνωστος πεθάνω ποιητής
ω τι τιμή υπέρτατη
που των Μουσών το αμάραντο
στεφάνι θα δεχθείς ψυχή
πηγαίνοντας εκεί
στα υπέρλαμπρα των Ηλυσίων πεδία.

Ποίημα στο Λάγγαρο

Των δοξασμένων Αγριάνων βασιλιάς
ο Λάγγαρος
γύρισε νικητής από την Ιλλυρία
μα δεν τον άφησε ο θάνατος
τον δυστυχή να ιδεί
τα μάτια τα έμορφα, τα γαλανά
της Κύνας
να αγγίξει τα κατάξανθα μαλλιά
το νεανικό και σφριγηλό της σώμα
να αγκαλιάσει
τα χείλη εκείνα
που λαμπρός εσμίλευσε τεχνίτης
να φιλήσει.
Μέσα στις μάχες και τα αίματα
κύλισε η ζωή του
στους αφανείς πειθόμενος
σκοπούς της ειμαρμένης.

Πέρα από τον Ίστρο ποταμό

Τους Ταβλαντίους και Θράκες υποτάξαμε
και πέρα απ’ τον Ίστρο ποταμό
οι τρομερές ιαχές
αντήχησαν της φάλαγγας
και κει στο Δία
προσφέραμε δοξαστικές θυσίες
που ο μέγας νους ο ουράνιος
παράστεκε στο σφρίγος του στρατού μας
και από τα μελανά βουνά της εσπερίας
οι Κέλτες, λαός μεγάθυμος
πρεσβείες φιλίας στείλανε
στη νιότη της Ελλάδος.

Η άλωση της Θήβας

Μαύρος καπνός ανέβαινε στον ουρανό
και μια οιμωγή εξέπεμπε
η συντριμμένη Θήβα, πέρα ως πέρα.
Μονάχα των θεών ναοί
και του Πινδάρου ο οίκος
που των μουσών των ερατών
εδούλεψε τα δώρα
ολόρθα εστέκονταν
για να θυμίζουν ίσως
σε όλους εμάς
που έτσι γοργά διαβαίνουμε
και φεύγουμε σαν ξένοι
πως των θεών η θέληση
άδηλη και ανερμήνευτη
απάνω απ’ τις ασήμαντες ζωές μας
κυβερνήτρα μοίρα στέκει.

Προς Θηβαίους

Δεν καταλάβατε Θηβαίοι
από την υπεροψία
και την εγωπάθεια σας τυφλωμένοι
ότι θεσμός θεού
και μοίρα που έρχεται
απ’ τα βάθη του ουρανού
ευλόγησε τούτες τις λόγχες.

Ήρθε ο καιρός

Ήρθε ο καιρός
ωρίμασε ο χρόνος τις ψυχές
ήρθε ο καιρός
να παλέψεις με το φως
θεριό που από τα σπλάχνα σου
σκότος ξερνάς
και σκοτιδιάζεις την Ασία.

Στον ήρωα Διομήδη

Αφήσαμε πίσω μας τη Τροία
με τη περίλυπη μορφή του Πριάμου
να περιπλανιέται στα χορταριασμένα τείχη
ένας χείμαρρος ατσάλινος
διέσχιζε τους αυλακωμένους κάμπους
καθώς άστραφταν στο φως του δειλινού
οι λόγχες και οι περικεφαλαίες
και ανάμεσα μας εβάδιζε
στο πνεύμα ορατή
η αγέρωχη μορφή
του θεϊκού Διομήδη
λαμπρήν ενδεδυμένη πανοπλία.
Του ήρωος εκείνου
η θρυλική μορφή
που κατατρόπωσε τον ανδροφόνον Άρη
και την κρινοδάχτυλη τραυμάτισε Αφροδίτη
στον ουρανό ανυψώνοντας
του γένους μας τη πύρινη ψυχή.
Των Αχαιών εκείνων είμαστε
απόγονοι τρανοί
που κάποτε στης μάχης την ορμή
και τους θεούς πολέμησαν.

Η μάχη του Γρανικού

Δεν είχε αρχίσει η σύγκρουση
και σιγή ην πολλή αφ εκατέρω
και αίφνης αντήχησε
του Ενυάλιου, άνακτος της μάχης
η κραυγή τρομακτική
σαν να έβγαινε από τα βάθη
των ψυχών και των αιώνων
φλογώδης εκδίκηση
και με σαλπίσματα και αλαλαγμούς
όρμησαν οι λογχοφόροι ιππείς
με πρώτο τον Αμύντα τον γενναίο
του Αρραβαίου τον υιόν
και ο Πτολεμαίος ο Φιλίππου
που του Σωκράτους την ίλη
οδηγούσε
εις δε το κέρας το δεξιόν
ο Αλέξανδρος πάνω στο Βουκεφάλα
με τους ατσαλοφόρους ιππείς
εδιάβαινε το ρέμα
και αντάμωσαν οι διό στρατοί
και με αίμα βάφτηκαν οι όχθες
και τα νερά
ως τη γαλάζια θάλασσα
με κόκκινο ξεχύθηκαν αφρό.
Χρυσές ασπίδες
ασημοστόλιστες λαβές
και τιάρες στολισμένες με μαργαριτάρια
ενδύματα χλιδής
με λογής- λογής λίθους
και κλωστές αστραφτερές
που θαμπώνουνε τους σκλάβους
τίποτα δεν ωφέλησαν.
Άλογα και κορμιά
απλωμένα κατά γης
σφαγμένα μέσα στα αίματα
και των Περσών οι πιο τρανοί
συγκαταλέγονταν στους σκοτωμένους
και ανάμεσα τους
ω δυστυχής στιγμή
Έλληνες μισθοφόροι
υπέρ βαρβάρων έπεσαν.
Αυτή τη μάχη την κερδίσαμε
άπαντες οι Έλληνες
πλην Λακεδαιμονίων
με τον υπερφίαλο τοπικισμό τους.
Ένα έθνος, μια σημαία, ένας στρατός
αυτό να πείτε
πηγαίνοντας ανάθημα
ετούτες τις τριακόσιες πανοπλίες
στην γλαυκώπιν Αθηνά
που με την τρομερή αιγίδα
περιβάλλεται στις μάχες.
Θάψαμε τους νεκρούς μας με τιμές
αποδίδοντας στο θάνατο
τα οφειλόμενα
μα και τον Λύσιππο
εργάτη των μουσών
εκέλευσε ο Αλέξανδρος
στο Δίον να στήσει
χάλκινους ανδριάντες
μνήμης αγήραστης σημεία
σε αυτούς που η δόξα έστεψε
εδώ στο Γρανικό.

Παρέλαση στην Έφεσο

Στη δοξασμένη Έφεσο
που τον θεόσταλτον Ηράκλειτο ανάθρεψε
εισήλθαμε ελευθερωτές
και τους άθλιους τοπάρχες
τους επηρμένους τυραννίσκους
πεσκέσι στείλαμε στον Κέρβερο
και ξαναδώσαμε στο δήμο
το λόγο και τη δύναμη.
Δημοκρατία των τοπικών
ελληνικών μας κοινοτήτων
υπό τη δίκαιη και σοφή ηγεμονία
του στρατού των πανελλήνων
αλλά πιο πάνω από τα όπλα και το στέμμα
ο μέγας ίσταται ουρανός
που μέσα από της Σίβυλλας
και της φιλοσοφίας τα λόγια
τα ακαλλώπιστα
μας δείχνει τον υπέρτατο σκοπό.
Τέτοιο λαμπρό πολίτευμα
θα δώσουμε στους μέλλοντες αιώνες
θα κυβερνήσουμε αυτή
την θορυβώδη και παφλάζουσα ανθρωπότητα
με ένα στρατό που θα απωθεί
από της ιστορίας το γίγνεσθαι
την απρεπή ιδιοτέλεια
και την κτηνώδη ασέβεια
προς τη φύση την παμμήτηρα
με την φιλοσοφία βασιλεύουσα
που από τον ουράνιο λόγο της
η επιστήμη γεννάται
και του ωραίου η τέχνη
και η κοσμήτρια των ψυχών
η συνετή παιδεία.
Μέγας διάκοσμος συμπαντικός
πέρα για πέρα ελληνικός.
Σπονδές στην αειπάρθενη Αρτέμιδα
και μεγαλόπρεπη παρέλαση
μπροστά από τον μαρμάρινο
ασύγκριτο ναό της.
Υμνούμε σε θεά
που στα δάση δωρίζεις
την ηχόεσσα γαλήνη
δια της πνοής των ανέμων
λαλούσα.

Γόρδιος δεσμός

Στέκονταν σιωπηλές οι φάλαγγες
ψυχή και ατσάλι ενωμένα.
Άστραφταν ερυθρές
μέσα στο λιόγερμα οι λόγχες
ανέμιζαν τα ηλιοφόρα λάβαρα
και των αλόγων μας οι φλόγινες πνοές
πύρωναν τον αέρα.
Τα σκαλοπάτια του ναού
με βιάση ανέβηκε
κι ομπρός εστάθη στον άλυτο
γόρδιο δεσμό
ο Έλλην στρατηλάτης.
Πέρα στο βάθος της Ασίας
ο βρυχηθμός ακούγονταν
του ανήμερου θεριού
και βουή φρικώδης
δονούσε τη πλατύστερνη γαία.
Μέσα σε άμφια και ταινίες χρυσές
λαμπάδες και θυμιάματα, οι παπάδες
ομπρός στους κόμπους και τα αινίγματα
και τις περιπλεγμένες δεισιδαιμονίες
περίμεναν να σκύψει νικημένη
του άνακτος των μεγάθυμων Ελλήνων
η ατσαλοφόρος θέληση.
Νείκος και Βία
που τα απέραντα κινείται πλάτη
του ουρανού
Παραμερίστε της σκυφτής ζωής
τα ταπεινά φερσίματα
από τις σκέψεις και τις πράξεις μας
της ιστορίας ο χρόνος γίγνεται
και ο λόγος.
Και έπεσε το σπαθί βαρύ
και λύθηκαν τα μάγια
οι αραχνιασμένοι σπάγκοι και τα νήματα
οι αναστολές, οι αναβολές, οι υποχωρήσεις
στη γη σωριάστηκαν σκουπίδια
«ότι δεν λύεται κόβεται»
και νικητήριος υψώθηκε ιαχή
έως τον άσβεστον αιθέρα.

Η προδοσία του Αλέξανδρου Αερόπου

Ενόμιζε του Αερόπου ο γιός
ο επαίσχυντος Αλέξανδρος
που τον ετίμησε ο βασιλεύς
ορίζοντας τον αρχηγό
των Θεσσαλών ιππέων
πως ο θεός είναι τυφλός
και ανίκανος να δει
μες στα σκοτάδια των ψυχών
τα φαύλα και τα ανόσια
που τεκταίνονται.
Μα τον μαρτύρισεν τον άπιστον εταίρο
η λάλος χελιδών
και ο Αρίστανδρος ο Τελμισσεύς
καλώς ερμήνευσεν, ο μάντης
τα σημάδια τα ιερά.
Και λυπήθηκε ο Δαρείος
και με τη τύχη τάβαλε και βλαστημούσε
οργισμένος σφόδρα
που με ένα συνωμότη
όλα θα τελείωναν
χωρίς πολλές σκοτούρες
και θα τον έκανε τον άθλιο
σατράπη
σε μια ασήμαντη επαρχία
του απέραντου του κράτους.
Θάχε στο νου του τη Μακεδονία μας
και χίλια τάλαντα χρυσό
θα του δινε του αχρείου
μισθόν που σε όλους τους καιρούς
πληρώνονται οι προδότες
για να τελείωναν όλα κατ’ ευχή
και να ξεχνούσαν οι λαοί
ονόματα και ελευθερίες
αυτόνομες βουλές,
σκέψεις και συνήθειες ελληνικές
και πάλι με τη σύνεση του σκλάβου
τον χρυσοφόρο βασιλέα θα προσκυνούσαν.
Όμως δεν είναι το καλύτερο
να γίνονται όσα θέλουν οι θνητοί
όσα απεργάζονται και υφαίνουν
στα θολά, τα άφωτα έγκατα τους.

Νοσταλγία της πατρίδος

Είχαμε διασχίσει με νικηφόρους αγώνες
τα παράλια μέρη της Ιωνίας
τη Μυσία, τη Λυδία, τη Καρύα
ως τις ακτές του νότου
στα περιγιάλια της Λυκίας
που απ’ το νησί της Κύπριδος
ερωτική πνοή μυραίνει τους ανέμους.
Επέρχετο ο χειμών
και άρχισαν να λευκαίνονται τα όρη
που τις πανύψηλες ορθώνουν κορυφές τους
στα μέρη της Φρυγίας
και ομίχλη γαλαζόχρωμη
εσκέπαζε τις δασωμένες κοιλάδες.
Γύριζαν κάποιοι στρατιώτες στη πατρίδα
για να περάσουνε λίγο καιρό
με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους
μα εγώ τα λάβαρα ακλουθούσα του στρατού μας
αν και είχα πόθο στη ψυχή
να ξαναδώ τα μέρη που μεγάλωσα
με τα αμπελόφυτα βουνά
που στις πλαγιές τους
οι πέρδικες γλυκά λαλούν
τα πορφυρά λιογέρματα.

Νινευή

Κανείς δεν πρόβαλε αντίσταση
στη πόλη που βασίλευσε
πάλαι ποτέ
ο περιβόητος Σαρδανάπαλος.
Προς τι απερίσκεπτα
να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους
που ακόμα και σαν σκλάβοι
θα μπορούσαν να απολαύσουν
τα αγαθά τούτου του βίου
του πρόσκαιρου και του ψεματινού
την κατ’ αυτούς υψίστη καταξίωση
που με τρεις λέξεις όλες περιγράφεται
«έσθιε, πίε, αφροδισίαζε».
Πού θα μπορούσε να χωρέσει
σε τούτες τις τρισβάρβαρες ψυχές
ο ελληνικός διάκοσμος
με τις απειριζόμενες εκτάσεις
του νου και της συγκίνησης.

Η μάχη της Ισσού

Έλληνες
όταν τελειώσει η μέρα αυτή
και του Δαρείου το κράτος
θα τελειώσει
και τα παιδιά σας
και όλα τα γένη των θνητών
για σας θα λένε
και θα ιστορούνε
που στη μάχη τούτη της Ισσού
συντρίψατε
τη δύναμη του βαρβαρισμού
και όπου τα σκότη
ως χθες απλώνονταν
το φως θα διαχυθεί
υπέρλαμπρο
κι Ελλάδα
έως τις άκρες της απέραντης Ασίας
τη τάξη την ιερή του νου
θα θεμελιώσει.
Ένδοξοι μαχητές
σεις που κατατροπώσατε
το άνθος του ιππικού στο Γρανικό
που υποτάξατε πόλεις βαρβαρικές
και αλώσατε οχυρωμένα κάστρα
το τρόμο σπέρνοντας στο διάβα σας
προς τους εχθρούς
και την ελπίδα στους καθημαγμένους
εσείς που τους ιστούς τους πνικτικούς
συντρίψατε
της περσικής σκλαβιάς
τώρα εμπρός σας
Ιδού το σώμα
της κατάμαυρης αράχνης
σέρνεται φοβισμένο.
Εμπρός τοξότες
και ιππείς και πελταστές
και σεις σαρισσοφόροι φαλαγγίτες
με τις χαλύβδινες ασπίδες
ως μια πνοή, μια θέληση
μια ορμή, μια βία
και μια οργή
γενναίοι στο φρόνημα
ορθωθείτε
και τα παμφάγα σπλάχνα του θεριού
με του ατσαλιού τη δύναμη
ξεσκίστε τα
και ρίξτε τα αρπάγματα
στους σκύλους και τα όρνεα.
Και τέτοια ήτανε η ορμή
που πισωγύρισαν οι ανέμοι
και έφευγαν τα άλογα τρομαγμένα
ποδοπατώντας τους πεζούς
και δεν έβλεπες χώμα
παρά μόνο νεκρούς
και απάνω στα άψυχα κουφάρια
πατούσε ο Βουκεφάλας
γεμάτος αίματα των σκοτωμένων
κυνηγώντας τον Δαρείο
που η νύκτα τον έσωσε
στα μαύρα πέπλα της τυλίγοντας τον.
«το δε πλήθος των νεκρών
εις δέκα μυριάδας
και εν τούτοις ιππείς
υπέρ τους μυρίους».
Η μάχη τέλειωσε τροπαιοφόρα
άναψαν οι φωτιές
και ως την αυγή
χόρευαν οι πυρφόροι Έλληνες
τον ιερό πυρρίχιο
και τραγουδούσαν
και διηγούνταν αναμεταξύ τους
τα κατορθώματα εκείνης
της αξέχαστης ημέρας.

Για την αρχή της Ασίας

Για την αρχή της Ασίας
εννόμως πολεμήσαμε
και όχι κινούμενοι από ιδιοτέλειες και πάθη.
Υπέρ της ηγεμονίας του νου
και της απώθησης της βαρβαρότητας
από την ιστορία
ευκλεώς αγωνιστήκαμε
προτρεπόμενοι απ’ το πνεύμα του ουρανού.

Νυκτερινή φρουρά

Δευτέρα φυλακή της νυκτός
κοίταζα τα άστρα και σκεφτόμουνα
γιατί μαχόμαστε
γιατί τόσος μόχθος, τόσος πόνος
τόσοι νεκροί
και χωρισμοί παντοτινοί
από τα αγαπημένα πρόσωπα;
Φέραμε τη ζωή πολύ ψηλά
με τη σκέψη και τη τέχνη
με του κοινού μας βίου
την ελευθέρα θέσμιση
τόσο ψηλά
που δεν θα το μπορούσαμε
να την ιδούμε να ξεπέφτει
να εξομοιώνεται με τα έθη
με τις συνήθειες
και τις πεποιθήσεις
τις βαρβαρικές
φέραμε τη ζωή πολύ ψηλά
εκεί που ενώνεται με το δέον
που με την επαγρύπνηση και τον αγώνα
διαφυλάττεται.

Τα καράβια των Κυπρίων

Εσυγκινήθηκαν οι μαχητές
καθώς αντίκρισαν να φτάνουν
στο πελαγίσιο ορίζοντα
τα γοργοφτέρουγα
πολεμικά καράβια των Κυπρίων.
Από τη Πάφο την ιερή, της Αφροδίτης πόλη
από την Ταμασσό, την Αμαθούντα
και την θαλασσοφίλητη Κυρήνεια
που κάστρο ορθώνεται πετρόκτιστο
στους βορινούς ανέμους
από το ωραίο Κίτιο
που η μούσα η μεγαλόπνοη προστατεύει
και από τη πόλη του Αίαντα
την τιμημένη Σαλαμίνα,
πανταχόθεν
τα νέα παιδιά της Κύπρου μας
εις τον κοινό προσέτρεξαν
αγώνα των Ελλήνων
πολεμιστές ασύγκριτοι
στα αμέρευτα πελάγη.
Και είπαν πως δάκρυσε
ο έυστολος σημαιοφόρος
καθώς με τις πρεπούμενες τιμές
εσήκωνε στα χέρια του το ηλιοφόρο λάβαρο
της λευτεριάς και της Ελλάδος σύμβολο ιερό,
τι αναθυμήθηκε τις θλίψεις της σκλαβιάς
τάφους και δάκρυα
του πονεμένου ελληνισμού της Κύπρου
τους αμέτρητους αιματηρούς αγώνες

Τιμή στους πεσόντες

Εσείς που πέσατε πολεμώντας
σε αυτόν τον υπεράνθρωπο αγώνα
ήρωες λαμπροί
για πάντα θα μαρμαίρουν οι μορφές σας
όθεν διαβήκατε
απεκδυμένες την θνητότητα.
κει που οι ψυχές σας άφησαν
το εύθραυστο περίβλημα του σώματος
και όδευσαν έμφλογες στους ουρανούς.

Μνήμη των Κυπρίων ηρώων

Έχουμε χρέος να μνημονεύσουμε
και σας γενναίοι πολεμιστές από τη Κύπρο.
τον Πτυναγόρα βασιλιά
τον Ανδροκλή τον Αμαθούσιο
τον Πασικράτη τον Κουριέα
που έξω απ την Τύρο έχασαν
τα πολύκωπα καράβια τους
και τον Ανδρόμαχο, τον ναύαρχο
του κύπριου στόλου.
Μαζί με αυτούς και εσένα μνημονεύουμε
άγνωστε Έλληνα της Κύπρου
που άφησες πίσω σου εύμορφη γυναίκα
και αγαπημένα τέκνα
και νεκρός εχάθηκες στα μαύρα βάθη του πελάγου
για μιαν ιδέα, μιαν ελπίδα
μιαν ένδοξη και ελεύθερη πατρίδα.

Η άλωση της Τύρου

Από ξηράς και από θαλάσσης
τρεις μέρες έπεφταν βροχή τα φλογισμένα βέλη
έσειαν οι μύδροι τα πανύψηλα τοιχιά
μαύροι καπνοί
και οι γλώσσες της φωτιάς μεσούρανα.
Και διαδόθηκε τη τρίτη μέρα
πως εθεάθηκε ο Ποσειδώνας
με πελαγίσια τρομερή μορφή
έμπλεος οργής, να εμβάλλει στων Ελλήνων τις ψυχές
την ανελέητη μήνιν.
Έζωσε η φλόγα το θεριό
και έσκυψε και γονάτισε
κάτω απ’ τις λόγχες του στρατού μας, συντριμμένο.
Οκτώ χιλιάδες σφάξαμε
και οι άλλοι ανδράποδα και σκλάβοι πουληθήκανε
αντίτιμο στην έπαρση τους
και στα δεινά που μύρια εσκόρπισαν στο γένος μας
οχτροί ομού με τους οχτρούς μας.
Όταν ενύχτωσε, ορθός στα τείχη
κατάντικρυ του αφρίζοντος πελάγου
εσέ θυμήθηκα Άδμητε
που πρώτος έπεσες στην έφοδο
και τους ασπιδοφόρους Έλληνες
που τέλεψαν εδώ
το σύντομο ταξίδι της ζωής τους
ποτίζοντας με το αίμα τους
το υπέροχο, το υπέρλαμπρο
όνειρο της Ελλάδος.

Πρόταση ειρήνης

Έφθασαν οι μαντατοφόροι του Δαρείου
επίσημα ντυμένοι
με πόρπες και κουμπιά χρυσά
με πολύχρωμα φτερά στους πίλους
και χιτώνες κεντημένους με όλα της γης τα αστραφτερά
τα λαμπερά κοσμήματα
καβάλα σε άλογα λευκά
με αμέθυστους στα μέτωπα
με παρδαλά λουριά και στέμματα φανταχτερά
και με όλα τούτα δείχναμε
πως ήτανε πεμπάμενοι
από άμετρες και ευφάνταστες ψυχές.
Και είπανε πως δωρίζει
της Ασίας ο μέγας κύκλωπας
απ΄ τον Ελλήσποντο ως τον Ευφράτη ποταμό
κτίση μεγάλη στον Αλέξανδρο
αν η Αστάρτη του γαλήνευε το πνεύμα
και έπαιρνε για γυναίκα του
τη γλυκομμάτα θυγατέρα του
και με λευκές εστόλιζε κορδέλες
τους πολεμοχαρείς σαρισσοφόρους
που τον υμέναιο θάψαλλαν
το ευτυχές για να γιορτάσουν τέλος
του θλιβερού και επάρατου πολέμου.
Τέτοιες ελπίδες έγνεθε στο νου
ο χρυσοφόρος ασιάτης
όμως τι κρίμα που ο Αλέξανδρος
δεν ήταν Παρμενίων
γιατί εγνώριζε η ημίθεη ψυχή
τον Λόγο
και το Κινούν Ακίνητον
που εκίνησε αυτή την εκστρατεία.
Δεν ήρθαμε για αυτά Δαρείε στη γη
που τόσο άξια και μεγάλα τα νομίζεις.
σπαθί και ατσάλι πυρωμένο
θα περάσει απ΄ άκρη σε άκρη το βασίλειο σου
και θα ποδοπατήσει η φάλαγγα η ανίκητη
το βιός σου και τις κτήσεις σου.
Πέστε σ’ αυτόν που ορίζει τις ζωές σας
πως ερχόμαστε
θα ακούσει όπου νάναι των σαλπίγγων τη βουή
και τα αναπεπταμένα λάβαρα θα δει
να φρίττουν τον αέρα.

Ύμνος στον Απόλλωνα

Νύκτα γαλήνια, θερινή
ο ήχος των πελμάτων μας
αντηχεί στα βαθυσκότεινα φαράγγια.
Η τάξη του έναστρου ουρανού επάνωθε μου
και εντός μου το αέτωμα του άνακτος
που το μαντείο του στους Δελφούς
μαρμάρινον ορθώνεται.
Γνώθι σαυτόν και μηδέν άγαν
‘ότι ωραίο, λαμπρό, υπέροχο και θείον εντός μου
ότι είμαι, είσαι εσύ
που στη ψυχή μου ενοίκησες
είναι και ζην,
Φοίβε
που τον απείριτον αιθέρα
με τις χορδές της λύρας σου κινείς.

Λόγος πριν από τη μάχη

Γενναίοι στρατιώτες
μη λυπηθείτε τον εχθρό
που πάτησε κάποτε το χώμα
της γλυκιάς μας πατρίδος.
Έσφαξε γέροντες, παιδιά
βίασε τις γυναίκες μας
τους βωμούς μας βεβήλωσε
τα βουνά μας, τα δάση μας έκαψε
μόλυνε τα καθάρια νερά μας
και με πένθος εσκέπασε τη θλιμμένη καρδιά μας.
Αλλ’ ιδού τώρα η Δίκη
και η Νέμεσις, γιγάντιες
στο πλευρό μας παλεύουν
και με λόγχη φλογώδη
του βαρβάρου ξεσκίζουν τα σπλάχνα
και βουή από τα τρίσβαθα του Άδη ανεβαίνει
των νεκρών μας πατέρων η οργή
εμπρός νέοι της Ελλάδος
ξεχυθείτε με ορμή
στων βαρβάρων τα στίφη
και με αίμα εκδίκησης
ποτίστε τη γη.

Η εκδίκηση μας

Κάποτε μαστίγωσες τα πέλαγα μας
και με αλύσους βαριές
περιέδεσες τη γη μας
υπερφίαλε κύκλωπα.
Αλλ’ ιδού τώρα
πύρινη εκδίκηση
του στρατού μας η ορμή
σου ξεσκίζει τα σπλάχνα.

Ηχείστε τύμπανα

Ηχείστε τύμπανα πολέμου
στις αγριεμένες χαίτες των ανέμων
ξανοιχτείτε στους αιθέρες
γη και ουρανός να νιώσουνε
τον ερχομό των Ελλήνων.

Στην Ελληνίδα μάνα

Και εσένα θυμήθηκα απόψε
Ελληνίδα μητέρα
που με ανέκδηλο θλίψη
εδέχθης το γιό σου
στην ασπίδα φερμένο
με δάφνης κλαδιά σκεπασμένο.

Στον ναό του Άμμωνα Δία

Άθλια σκουλήκια
θα σερνόμασταν στη γη
χωρίς να βλέπαμε των άστρων
τις ανατολές και δύσεις
ω τρισμέγιστοι θεοί
αν δεν μας άγγιζε το πνεύμα σας
και αίμα αν δεν στάλαζε ουράνιο
στο ανήλιαγο μας γένος
που η τύχη η τυφλή
και η πανγεννήτρα φύση
μας χάρισε ζώσα πνοή.
Άμμωνα, Δία, Ήλιε, Ρά
που στης Σίουα την όαση
καταμεσής της Λιβυκής ερήμου
το φοβερόν ορθώνεται μαντείο σου
ω νου μεγάλε του ουρανού
που τον ατρόμητο Περσέα οδήγησες
τρόπαιο να πάρει το κεφάλι
της Μέδουσας της φιδοπλόκαμης
με τη θανατερή θωριά
και τον ημίθεο Ηρακλή
τον γίγαντα Ανταίο να καταστρέψει
το φονικό και αλύπητο τέρας
που γέννησεν η γη
και ο πόντος ο αεικίνητος.
Αντικατόπτρισε άνακτα
σκηπτούχε, πολυτίμητε
στη ψυχή των μαχομένων Ελλήνων
την πανίερη τάξη του ουρανού
και χάρισε μας την εύνοια σου
τη Γοργόμορφη ψυχή, την καταχθόνιο
να διώξουμε στα τάρταρα
και το φως σου το άδυτον
να δωρίσουμε στους ανθρώπους.
Ιδού με πόθον ιερό προσέρχεται σε σένα
ο μέγας μύστης
ο ουρανόσταλτος Αλέξανδρος
ασπιδοφόρος άγγελος κατάντικρυ στο χάος.
Μη λησμονήσετε τη γη, θεοί
μες στις ανακυκλήσεις των αείζωων, λαμπρών πνευμάτων
θυμηθείτε μας
ικέτες προσφεύγουμε στους ναούς σας
από την άμετρη, την τερατόμορφη
γιγαντική μανία καταδιωγμένοι
που σκορπισθείσα στου ουρανού τα πλάτη
μένος παμφάγο και υπερφίαλο
εισχώρησε στον άνθρωπο.
Ένα πεδίο μάχης, ο κόσμος μέσα μας και γύρω μας
έως τα απάτητα πέρατα της γης
και συ ολόρθη στέκεσαι
ακοίμητη ρομφαιοφόρος
απ’ τους θεούς ταγμένη στον αγώνα
ελληνική ψυχή.

Ελλάς αιωνία πατρίδα

Ελλάς, αιωνία πατρίδα
ο τόπος, η οδός, ο λόγος
που φανερώνεσαι στη γη
πανεπόπτη θεέ
της υψίστης χαράς δωρητή.
Πως δεν αξίζει
να πεθαίνουμε για σένα
βράχε ιερέ
καύχημα και στολίδι
των απέραντων αιθέρων.
Διαφυλάξτε ω Έλληνες το αίμα
τον ιερόν ιχώρα
που ρέει μέσα στις φλέβες μας
και τη φωνή την ελληνίδα
την καλλιρέουσα λαλιά των ουρανών
των υψιπετών νοημάτων
το ιερό κατοικητήριο.

Μη σκεφτείτε το θάνατο

Μη σκεφτείτε το θάνατο
ευκνήμιδες Έλληνες
με χαρά προχωρήστε
στις φαιόχρωμες φάλαγγες.
Διασώζει ο θεός
τις ψυχές τις μεγάθυμες
που εκπέμπουν στο σύμπαν
την υπάτη συνείδηση.
Τι σήμερα, τι ύστερα από χρόνια
θα αποβάλεις ψυχή
το γήινο περίβλημα
και με άλλη στολή θα ενδυθείς
λαμπροτέραν
στο μεγάλο ταξίδι σου.

Η ζωή πέρα απ’ το θάνατο

Θα ξαναζήσουμε
μέσα στην ανάμνηση σου
πανυπέρτατε άνακτα
διακοσμητή του ουρανού.
Από του Άδη την άφωτη
τη βουβή περιπλάνηση
θα μας ανασύρει ο αγνός λογισμός σου
την καινούρια στολή να ενδυθούμε
λαμπρήν, γοργοφτέρουγη
στους πυρίπνοους αιθέρες.

Ύμνος σε μια ωραία εταίρα

Επέρασα μια νύχταν αλησμόνητη
μέσα στης ηδονής τη μέθη
με μιαν ωραίαν αιγυπτίαν εταίρα
δώρο της πάνδημης θεάς
με μια λιγνή κορμοστασιά
που καλλιπλόκαμοι βοστρύχοι
ξεχύνονταν ως τα άσπρα της βυζιά.
Πλάι στο κρεβάτι των ερώτων
η χαλκόδετη ασπίδα ακουμπισμένη
και η τεχνίτρα λύρα μου
στην άκρη ξεχασμένη.
Μια νύχτα φεγγαρόφωτη δοσμένος
μέσα στην ποίηση της αφής
απ’ της γυναίκας την ανάσα φλογισμένος.
Φεύγοντας τα χαράματα
μια χτένα της εδώρησα, χρυσή
με Σιληνούς, με Σάτυρους
με νύμφες πλουμισμένη
από τη Γάζα λάφυρο
στη χαίτη της φοράδας μου
την είχα κρεμασμένη.

Δώστε ω θεοί

Θεοί μεγάλοι σας υμνώ
που με τη δύναμη του πνεύματος σας
μορφοποιείτε την ατελεύτητη δημιουργία.
Υπό την εύνοια και τη μέριμνα σας
και εμείς εδώ στη γη πλαστήκαμε
καθ’ εικόνα και ομοίωση πνευματική
μα μέσα μας ανήμερες
οι τιτανικές δυνάμεις μας εξουσιάζουν
και ανάμεσα στη λησμοσύνη και την έπαρση
πορευόμαστε
μέσα σε νύχτα μακράν.
Δώστε ω θεοί φωτοδότες
στα μάτια της ψυχής μας το φως
να κατανοήσουμε τη ζωή
και την ενέργεια σας να προσδεχθούμε
γιατί μακρύς είναι ο δρόμος
που φέρνει στην υπάτη συνείδηση.

Χαίρε πανσέληνος

Χαίρε πανσέληνος
που με την έλευση σου
ελάμπρυνες τον ουρανό
ωσάν κόσμημα στο στήθος
ωραίας κόρης
με των άστρων το λαμπρό
περιδέραιο στολισμένη
ω εσύ νυκτοδρόμος
σελαγινή, φαοσφόρος
που ασημώνεις τα ύδατα
της αειφλοίσβου θαλάττης
βασίλισσα της νύχτας
εσένα υμνώ
που στη ψυχή μου φέρνεις
την ενθύμηση του ήλιου
και του νου του κοσμήτορος
την αγαθή
και φιλάνθρωπον ενέργεια.
Γαλήνη δώρισε στις ψυχές μας
με το φέγγος της δάδας σου
συνοδός ουρανία
της σεμνής
νυκτοπέπλου Αφροδίτης.

Για τη μάχη των Γαυγαμήλων

Ένα εκατομμύριο στρατό
υποτελών και σκλάβων
συγκέντρωσε ο Δαρείος στα Γαυγάμηλα.
Βάκτριοι, Σκύθες, Αλβανοί
Μήδοι, Παρθιαίοι, Σάκες
Σούσιοι, Καδρούσιοι, Δάες
Κάρες, Ινδοί, Ούξιοι και Μάρδοι
Σιτακινοί, Αρμένιοι, Καππαδόκες
και Έλληνες μισθοφόροι
μια ατσαλοφόρος θάλασσα.
Ποιος θα εγνώριζε ποτέ
αυτού του τόπου το όνομα
εάν δεν άφηνε εδώ
την ύστερη πνοή του
το οπλοφόρο τέρας της Ασίας!
Εδώ το χώμα δάγκωσε
σφαγμένο το θεριό
και ως τα βουνά της Πέλλας
αντήχησε ο επιθανάτιος βρυχηθμός του.
Μανάδες της Ελλάδος
που δώσατε στα παιδιά σας
την ευχή του γυρισμού
μη αφήνοντας το δάκρυ
να κυλήσει στα πρόσωπα σας
νενικήκαμεν!
Η Βαβυλώνα και τα Σούσα
ταπεινωμένες σκύψανε
κάτω απ’ τα λάβαρα μας.
Τα σχέδια της μάχης είπανε
γραμμένα σε παπύρους
από την προτεραίαν
ήτανε όλα βεβαιωμένα
από τους μάγους
και τους αστρολόγους
προ αμνημονεύτων χρόνων γεγραμμένη
η νίκη στο στερέωμα.
Πάνω στο άρμα
του μεγάλου βασιλέως
θα κάρφωναν του Αλέξανδρου
το ολοαίματο κεφάλι
και πίσω θα έστελλαν
τυφλά και αλυσωμένα
τα άφρονα τέκνα των Ελλήνων.
Κάπου σαράντα εφτά χιλιάδες
όλοι και όλοι
τόσους τους βρήκανε
οι γραμματείς και οι λαονόμοι.
Όμως δεν υπολόγισαν διόλου
πως ο μικρός αυτός στρατός
με ελεύθερον το εύψυχον
στα στίφη θα ορμούσε των βαρβάρων
δεν υπολόγισαν το εύψυχον
και στις προτεταμένες σάρισσες
και την ορμή την αλαλάζουσα
ελύγισε η καρδιά τους
και δέονταν τρέχοντας
ικέτευαν τη γη
να ανοίξει, να τους κρύψει
να τους λυτρώσει απ, την οργή
των πολυθρύλητων Ελλήνων.

Είχες τα πάντα δύστυχε Δαρείε

Είχες τα πάντα δύστυχε Δαρείε
έτσι ενόμιζες
αλλά τίποτα δεν είχες.
Αν εξαιρέσεις τους αξιοτίμητους
Έλληνες μισθοφόρους
που έμειναν πιστοί σε σένα
σαν έφευγες καταδιωγμένος
από ήττα σε ήττα κατρακυλώντας
οι άλλοι, οι φίλοι σου και οι συγγενείς
σε πρόδωσαν
το κουρελιασμένο να αρπάξουν βασίλειο.
Στη πιο φρικτή εγκατάλειψη
πέθανες με άπρεπο θάνατο
από χέρια που κάποτε
με χρυσάφι εγέμισες
αξιώματα και δόξες.
Όμως ο άνθρωπος
ένα θηρίο κρύβει μέσα του
αχάριστο, παμφάγο και άτιμο.
Το τέλος σου με θλίβει Δαρείε
μα πιο πολύ ο άνθρωπος
η θηριώδης πλεονεξία του
κι ανηθικότητα του
που έντεχνα κρύβει
με ψευτοευγένειες και μειδιάματα
και λόγια φιλίας
που την εμπιστοσύνη κλέβουν
των αγαθών ψυχών.
Πήγαμε στη Περσέπολη το σώμα σου
και με τιμές βασιλικές το θάψαμε
όπως οφείλαμε ως Έλληνες να πράξουμε.
Δύσκολο έργο ω θεοί μας τάξατε
της παιδείας να δώσουμε το φως
και τον Λόγο
στη τρισκότειδη ψυχή
τη τρισβάρβαρη του ανθρώπου.
Έχουμε χρέος όμως
προσταγή δοσμένη στη φυλή μας
από τον ουρανό
της γης την ενέργεια να κατευθύνουμε
κατά την τάξη του νου
μια παγκόσμια εξουσία να επιβάλουμε
στις αλληλοσφαζόμενες μάζες
ένα κόσμο κοινό
από το άδυτο πνεύμα
των Απολλωνείων Ελλήνων
κυβερνώμενο
ιεραρχημένο με μέτρον ιερό
τη προσφορά στον ύπατο σκοπό
τον πανανθρώπινο,
συμπαντικό, ελληνικό πολιτισμό.

Αν κατανοήσεις

Αν κατανοήσεις μαχητή
την θείαν του σύμπαντος ουσία
που στις βουλές των θεών επιμερίζεται
κατά την έκφραση της τη πολύμορφη
που τη θνητή μας φύση διαπερνά
τότε ούτε ο φόβος
που τις κούφιες ελπίδες γεννά
ούτε τα ανήμερα τα πάθη
της φιλαυτίας και της κενόδοξης φιλαρχίας
μπαίνουν στο μαρμαρόκτιστο
παλάτι της ψυχής σου
γιατί το θρόνο της εκεί
λιτόν και απέρριτον υψώνει
η γνώση κι αρετή
που την υπέρτατην ευδαιμονία δωρίζουν.
Αυτά σκεφτόμουν σιωπηλός
και προχωρούσα
εμπροσθοφυλακή μια νύχτα παγερή
λίγο πριν φτάσουμε στα Σούσα.

Η πίστη στη σημαία

Ταχύτητα δράσεως
πορείες νύχτα και ημέρα
σε κάμπους και σε απόκρημνα βουνά
με χιόνια, με βροχές, με καύσωνες
από τις καυτερές ερήμους
έως την ανεμοδαρμένη στέπα.
Γαλήνη πριν από τη μάχη
με τη βοήθεια του άνακτος των Δελφών
κτύπημα τρόμου
στα νεύρα του εχθρού
συγκέντρωση των εικόνων
στην αστρική γραφή
ο ιερός πνευματικός εμβολισμός.
Γνώση του χώρου
των καιρών, των υδάτων, του χώματος
υπολογισμός ορθός του χρόνου
και των πλεονεκτημάτων της γεωμετρίας
στο πεδίο της μάχης.
Αστραπιαία, βίαιη
σφηνοειδής επίθεση
αφοβία προς το θάνατο
που από όλα τα σκουλήκια ο άνθρωπος
στέκεται τρομαγμένος εμπρός του.
Όμως πιο πάνω από τον άνθρωπο
ο ήρωας ίσταται
ένα επίπεδο κοντύτερα στο θείον.
Και η πεμπτουσία της δύναμης μας
η αδελφοσύνη.
Ανοικτοσύνη της ψυχής προς τους θεούς
που της πατρίδος στέκονται
ακοίμητοι προστάτες
μέσα από τη δική μας
συνειδητότητα εμφαινόμενοι.
Εμπιστοσύνη και αφοσίωση
στον ενσαρκωμένο Λόγο
που η λαμπρή κυοφόρησε ιστορία μας
πίστη στο μέγα στρατηλάτη
τον πυρφόρον Αλέξανδρο.
Μα πάνω απ’ όλα
εσένα σημαία
με δέος ατενίζουμε
και ορκιζόμαστε
πιστοί να μείνουμε
στο όραμα σου
ακόμα και όταν τα βουνά
τα ποτάμια, οι θάλασσες
τα ζώα, οι άνθρωποι
δουλόφρονα σκύψουν
στο ζυγό της σκλαβιάς.

Θάνατος Φιλώτα και Παρμενίωνα

Δεν είχαμε καιρό για αναβολές
και παρατεταμένες δίκες.
Δια μέσου λαών βαρβαρικών
πορευόμασταν
διακινδυνεύοντες τα πάντα.
Ο Βήσσος, ως νέος Αρταξέρξης
συγκέντρωνε στρατό.
Σκύθες, Ινδοί, Μογγόλοι
απεργάζονταν την συντριβή
του ένδοξου στρατού μας.
Με ηγεσίες αμφισβητούμενες
Φιλώτα
και Παρμενίωνα εσύ
που στα πεδία των μαχών
γενναίος αναδείχθηκες
δεν προχωρούν οι στρατοί
προς τη νίκη
παρά μόνο τις θύελλες θερίζουν
της απιστίας τους.
Ας μη διστάζουμε λοιπόν
δεν θα αφήσουμε το έθνος
να υποκύψει στο ζυγό.
Δέκα χιλιάδες λόγχες
να καρφωθούν στους θώρακες σας
συνωμότες
και μια φωνή στεντόρεια
έως τα άστρα να υψωθεί
χαίρε Αλέξανδρε τροπαιοφόρε.

Επίκληση στον ήλιο

Πύρινες λόγχες του δύοντος ηλίου
που το βαρύ σκίζετε πέπλο
των κατάμαυρων συννέφων
μην αφήσετε
ω φλόγινα ποτάμια του ουρανού
τη θλίψη να σκεπάσει τη καρδιά μας.
Πορεία δια μέσου
απόκρημνων βουνών
και ο αντίλαλος των πελμάτων μας
τραντάζει τα φαράγγια.
Από τις μνήμες των ανθρώπων
ίσως να σβήσει κάποτε
το φέγγος και το καύχημα
αυτής της εκστρατείας.
Την αντανάκλαση της όμως
την εκπεμπόμενη στα άστρα
θα δείτε ξανά
μεγαλόπνοες ψυχές των ηρώων
στις καινούριες ζωές σας
την αιθέρια μορφή
την αείζωη του σώματος
τετιμημένοι πεσόντες
λαμπρή ως ενδυθείτε
αχώματη, άφθαρτη
ανώδυνη, άμωμη
Σεπτή, πανωραία.

Ο θάνατος του Κλείτου

Ποιος είναι αλάνθαστος Αλέξανδρε
από το μυριόπονο γένος των θνητών
που τα κύματα μας σέρνουν των παθών
έξω απ’ τη ρότα της ζωής
και μέσα στην οργή και τη κραιπάλη
τα λογικά μας χάνουμε.
Χωρίς την εύνοια των θεών
που την ενθύμηση τους
ζώσα κρατούμε στη ζωή μας
με θυσίες, με ύμνους, με χοές
σαν θάμνοι μοιάζουμε
σε χώματα αφιλόξενα
που άγριος βοριάς μας ξεριζώνει.
Μα άπρεπα, Κλείτε, φέρθηκες και συ.
Δεν κυβερνούνται αυτοί οι τρισβάρβαροι λαοί
με βασιλιάδες μαλθακούς
αναίσθητους στις ύβρεις και τους εμπαιγμούς.
Αλλοίμονο σε όλους εμάς
στη πολύμοχθη, τη προμηθεϊκή μας εκστρατεία
αν το Δέος και η Δίκη δεν σταθούν
δυνάμεις άγρυπνες πλάι στο θρόνο.
Του Σπιταμένη τότε τη φρικτή
θάχουμε τύχη
και τα κεφάλια μας στα τρίστρατα
της γης θα καρφωθούν
αρπάγματα στους γύπες.
Καινούρια τάξη φέρνουμε στο κόσμο
και όχι της βίας το μισητό ζυγό
και τη συναίνεση ζητούμε των λαών
προσφέροντας τους
ψωμί και δίκαιο και τιμή
και της φωτιάς της πάντεχνης τα δώρα
που ο μέγας χάρισε τιτάνας
στο γένος μας το κάλλιστο
μύρια φαρμάκια πίνοντας
στα βράχια αλυσωμένος του Καυκάσου.
Τον άνθρωπο και εμείς
οφείλουμε να λύσουμε
απ’ τα βαριά δεσμά του
που καρφωμένος κείτεται
στα τρίσβαθα σκοτάδια
της σκλαβιάς και της αμάθειας.
Ανθρωπότητα
απ’ τη σπηλιά τη σκοτεινή
που δέσμια σέρνεσαι
θα σε οδηγήσουμε στο φως
και θα αντικρίσεις μιαν αυγή
δυναμωμένη
της λευτεριάς τον άπλετο ουρανό
στα νέα ταξίδια, τα μεγάλα
τα αστρικά να σε καλεί
και μια πνοή θα αισθανθείς
μέσα απ’ τη πύλη των Δελφών
να σε ανυψώνει
ονειροπόλο στους αιθέρες.
Και σεις ω Έλληνες
τις ιδιοτέλειες και τους εγωισμούς σας
και τις μικρότητες σας
αφήνετε αστόχαστα να σας κυριεύσουν.

Eπίτιμος δημότης των Μεγάρων

Και όμως χρειάστηκαν Αλέξανδρε
τόσες μάχες, τόσοι κόποι και θυσίες
στις χώρες των βαρβάρων
για να αξιωθείς
τη μέγιστη τιμή
να ονομαστείς ομόθυμα
επίτιμος δημότης των Μεγάρων.

Αλέξανδρος και Απελλής

Μπροστά στα έργα του Απελλή
σύννους να στέκεσαι, στρατηλάτη
στις κρίσεις σου εγκρατής.
Είναι και αυτός κατακτητής
και μαχητής ακούραστος
στους ευγενείς αγώνες
της θειοφόρας ζωγραφικής.

Στο Βουκεφάλα

Και συ Βουκεφάλα
με το σθένος το ακάματον
της υπάτης κοινώνησες
πανουράνιας ψυχής.
Χαίρε ζώον έμψυχον, ιερό
που μαχόμενο διάβηκες
τη γη της Ασίας
κάτω απ’ τα πέλματα σου συντρίβοντας
τη φρικτή τυραννία.
Εμπρός στις πληγές σου
ταπεινά υποκλίνομαι
και τους θεούς ικετεύω
με ανωτέρα συνείδηση
να κοσμήσουν
τη μετάρσια μορφή σου.
Δώστε σε μένα το θάνατο
στον ασήμαντον άνθρωπο
μα στον ίππον αυτόν
εμφυσήξτε θεοί
την πνοή την αιωνία.

Ύμνος στη φάλαγγα

Η φάλαγγα συντεταγμένη προχωρεί
μέσα στης μάχης τη βουή
σαν ένα κύμα ατσάλινο
που απ’ το ξεδίπλωμα του
ως τα άστρα εκπέμπεται
η νικητήριος ιαχή.
Ανάμεσα στις τάξεις μας
ο τρόμος ίσταται και ο θάνατος
γιγάντιες δυνάμεις μαυροφόρες
που φλόγες τρίγλωσσες χιμούν
μέσα απ’ τα σωθικά τους.
Της ιερής Ελλάδος είμαστε η οργή
μας έφερε στο κόσμο
μια θέληση ακατάβλητη
που στη φωτιά σφυρηλατήθηκε
μιας σκέψης υπεράνθρωπης
που των θεών την άχραντη βουλή
φέρνει στη γη.
Παραμερίστε κάστρα
και στρατοί βαρβαρικοί
και σεις βουνά
φαράγγια και ποτάμια
ανέμοι χλιμιντρίζοντες
την αγριεμένη όψη σας
σκύψτε στο μαύρο χώμα
το ουρανοφόρο πνεύμα της Ελλάδος
να διαβεί.
Εμπρός συνέλληνα και συμπολεμιστή
ιερή μας δένει αποστολή
δρόμο να ανοίξει το σπαθί
στο ζωηφόρο Λόγο
και αν κάποιο βέλος
σου θερίσει τη ζωή
μη λυπηθείς
ακόμα και μόνος αν μείνω
η σημαία περήφανη
μέσα στης μάχης τη φωτιά
θα κυματίζει
και σαν πέσω κι εγώ
στερνός μαχητής
στο πεδίο της τιμής
ποιος ξέρει ποιο χέρι
από ποιους χρόνους
ποιους καιρούς θα γεννηθεί
αγκαλιαστή να την υψώσει
μες στο φέγγος
μιας καινούριας ροδαυγής.

Ποτέ δεν προσκυνήσαμε

Ποτέ δεν προσκυνήσαμε τον άνθρωπο
με όποια αξιώματα
και σκήπτρα και κορώνες.
Την εξουσία μισήσαμε
που με το φόβο διαφεντεύει
και με χρυσάφι εξαγοράζει
τη λήθη των αισχρών ανομημάτων της
σιγώντας τη φωνή του Δήμου
και των αρίστων το φρόνημα
στης εξορίας τα βράχια πεδικλώνει.
Τους δε τρισμέγιστους θεούς
με ελευθερία τιμούμε και αφοβία
και με φιλόσοφο συνείδηση
υψώνουμε τα αγάλματα και τις εικόνες τους
την ουράνια φέρνοντας
στο πνεύμα μας μορφή τους
και με ύμνους και χορούς τους προσκαλούμε
παρα την ύπαρξη μας την ευάλωτη
που μύρια την κλονίζουν πάθη
αμφιβολίες κι’ οδύνες
έρμαιοι στης τύχης
τα αφρισμένα κύματα
μα πιο πολύ της ιδικής μας αφροσύνης
ναυάγια θλιβερά
που τα συντρίμμια της ζωής
περιμαζεύουμε.

Το σταμάτημα της εκστρατείας

Πέρασες σαν θεός
απ’ τη ζωή μας, Αλέξανδρε
ψυχή υπέροχη
ανοίκεια, ανερμήνευτη, ηλιοειδής
ρεύμα θελήσεως
ερχόμενον εξ ουρανού
άοκνε, ανίκητε σπορέα
του ενσύμπαντου Λόγου
μύστη του άπορου
του ανεξερεύνητου μυστικού
του απρόσιτου στα οκόσα
ως θνητοί και αξύνετοι
ορέομεν.
Όμως σε ακολουθήσαμε
μοίρας μεγάλης κληρονόμοι
θεών τε και σοφών
και παμμεγίστων ηρώων
μη φειδόμενοι τις ζωές μας.
Σε όλο το μάκρος της πορείας μας
μνήματα διάσπαρτα
φυλάττουν τα κόκαλα
τα αγιασμένα των συντρόφων μας
που ως την έσχατη πνοή τους
τον παιάνα της μάχης
εξέπεμπαν.
Γέμισαν τα κορμιά μας με πληγές
και της γλυκιάς μας πατρίδος
η θύμηση
μας καταβάλλει.
Είμαστε άνθρωποι κοινοί
θνητοί που ξεπεράσαμε τα όρια μας
και ως τον Υφάσιο ποταμό
υψώσαμε τα νικηφόρα λάβαρα.
Τον άλλο χρόνο ίσως, τον παράλλο
θάχουμε όλο τον καιρό
στις εσχατιές της γης να πορευθούμε
ως τον πολύβουο να φτάσουμε
ωκεανό.
Θρηνώ μαζί σου Αλέξανδρε, θρηνώ
την ανθρώπινη φύση οικτίροντας
που το δέον αναβάλλει
στον άδηλο χρόνο
μα και τις άδηλες των θεών βουλές
στοχάζομαι παρήγορα
που στα γιγνόμενα ενυπάρχουν.
Την εντελέχεια της θείας φύσης
θα πραγματώσουν πάλι οι Έλληνες, Αλέξανδρε
το πλήρωμα σαν έρθει του χρόνου
όταν βλαστήσει ο σπόρος σου
με το αίμα των Ελλήνων ποτισμένος
και καρπίσει στις ψυχές των ανθρώπων.

Στον Ηφαιστίωνα

Θα σε τιμούν οι άνθρωποι
στους αιώνες
οι μη λησμονούντες
οι τας οδούς των ηρώων
πορευόμενοι
των θεών ομόλογε, ομόθυμε
Ηφαιστίωνα.
Πέρα απ’ την όχθη της λήθης
οψόμεθα πολεμιστή
μορφή λαμπρή
που τώρα στους ουρανούς
φέγγει άδυτη
η σεμνή ωραιότητα σου.

Θα επιστρέψει το πνεύμα σου

Ίσως να σβήσει κάποτε
το μέγα κράτος των Ελλήνων
Αλέξανδρε
όμως το δίδαγμα
αυτής της εκστρατείας
θα μείνει ζώπυρο ελευθερίας
στις ψυχές των ανθρώπων
και θα έρθει πάλιν ο καιρός
που θα επιστρέψει το πνεύμα σου
να κυβερνήσει τη γη
και τα σχήματα του σκότους θα τρομάξουν
και θα λατρεύσουν οι θνητοί
την απείρανθη θεότητα
χωρίς ιερατεία μελανοφόρα
με μεσολαβητές ψυχοσωτήρες
εξουσιαστές και αγύρτες.
Θα λατρεύσει ο νέος άνθρωπος
την θεότητα
που ως ενέργεια και Λόγος
και νους διακοσμητής
διαπερνά το σύμπαν
και πορεύεται μέσα από τις ζωές μας.
Νου του ουρανού
εισέδυσε στις ψυχές μας
διαπότισε τις σκέψεις
και τα όνειρα μας
αντανάκλασε στις εκπεσούσες ζωές μας
που μέσα στην αμάθεια
παραπαίουν δυστυχισμένες
την αρχετυπική ορμή
που γέννησε στο σύμπαν τους θεούς μας
και κάλλυνε την ύπαρξη μας
οικεία, γνώριμη, ενσύμπαντη
ζωηφόρος θεότητα
που με ιερόν μας πλημμυρίζεις
ενθουσιασμό.

Ο θάνατος του Αλέξανδρου

Είπαν πως τέλειωσε εδώ
στη ξακουσμένη Βαβυλώνα
ο αγώνας μας Αλέξανδρε.
Ο θάνατος σκληρός
μας έκοψε το νήμα
που κάμνει ορατά
τα αόρατα και μυστικά.
Μόνο για τους αξύνετους θνητούς υπάρχει τέλος.
Ένα σκοτάδι πέφτει εμπρός στα μάτια τους
και ξαναπέφτουν, άφρονες
στο μάταιο κύκλο των παθών
στην επανάληψη των ίδιων θλίψεων και ηδονών.
Πυρύπτερη ψυχή σε ακολουθώ
πιστός πολεμιστής σου
σε μάχες που μας μέλλονται
τρόπαια μεγάλα
δυναμωμένοι απ’ των θεών
την αγαθήν ενέργεια
ενάντια στης τύχης τα γεννήματα
τα φοβερά και αλύπητα
που με έπαρση και αυθάδεια
ορθώνουν τα παμφάγα σπλάχνα τους
ομπρός στο κάλλος
και το πνεύμα του ουρανού.
Ζήσαμε στο παρόντα βίο
την ύψιστη χαρά
γνωρίσαμε τη μοίρα της ψυχής μέσα στο σύμπαν
και πολεμήσαμε για αυτή.
Γύρισε τώρα
ω σώμα στο χώμα
και σβήσε μέσα στην καυτή
ανάσα της ερήμου.
Και συ ψυχή λευτερωμένη
δόξαν εξέπεμψε στην άπειρη ζωή
και ζήσε εν σμικρώ τη περιδίνηση
τη περιπλάνηση της ψυχής του θεού
καθώς αποσχιζόμενη
από το σώμα το έναστρο
στη καινούρια μεταβαίνει
ενάστρωση της.

Tο τέλος του δρόμου

Στάδια αμέτρητα
περπάτησα μέσα στην έρημο
με το πόθο στραμμένο στον ουρανό
ένας ποιητής, πολεμιστής
που τέλεψε το γήινο δρόμο.